Προστασία με κινδύνους
Source: Eleftherotipia - 02/10/2005
Ως εγχείρημα ιδιαίτερα φιλόδοξο και γιγαντιαίο, που όμοιό του δεν έχει ξαναγίνει πουθενά σε όλο τον κόσμο, χαρακτηρίζουν οι ειδικοί το στέγαστρο, τμήμα του οποίου κατέρρευσε στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα, έναν νεκρό και έξι τραυματίες.
Αυτή τη στιγμή και ίσως για πολύ καιρό ακόμη, ουδείς θα είναι σε θέση να εκτιμήσει τα ακριβή αίτια κατάρρευσης. Ο ίδιος ο αρχιτέκτων που συνέλαβε την ιδέα της πρωτοποριακής βιοκλιματικής αυτής κατασκευής Νίκος Φιντικάκης, την απέδωσε σε «αστοχία υλικών».
Ωστόσο, τα προστατευτικά στέγαστρα αρχαιολογικών χώρων και μνημείων έχουν μία ιστορία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό που αρχίζει από το 1906, όταν οι Γερμανοί για να προστατεύσουν τις ρωμαϊκές θέρμες (λουτρά) του Βάινσμπεργκ έφτιαξαν μια σταθερή κατασκευή με δικτυωτά υποστυλώματα, επικλινή τετράριχτη στέγη που στηριζόταν σε ξύλινα δοκάρια και ήταν στρωμένη με κεραμίδια. Ο χώρος που κάλυπτε έκταση 175 τ.μ. ήταν στα πλάγια ανοικτός. Παρόμοια στέγαστρα έγιναν έπειτα και στη Γαλλία.
Το μεγαλύτερο στέγαστρο μέχρι τώρα το είχαν φτιάξει οι Αυστριακοί στην Εφεσο για να στεγάσουν ένα τεράστιο ελληνιστικό σπίτι με ψηφιδωτά, μας είπε ο πρώην γενικός διευθυντής Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του ΥΠΠΟ Ιορδ. Δημακόπουλος. «Δεν συγκρίνεται όμως σε μέγεθος με της Σαντορίνης, που είναι 14.000 τ.μ.».
Ακόμη μεγαλύτερο ήταν εκείνο που σχεδιάστηκε μεν, αλλά δεν κατασκευάστηκε ποτέ για την Ακρόπολη των Αθηνών. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε το 1977 ομάδα ελβετών αρχιτεκτόνων. Ηταν ένας ελλειπτικός διάφανος θόλος συνολικού εμβαδού 40.000 τ.μ. που θα κάλυπτε όλα τα μνημεία του βράχου. Θα ήταν σαν μια γυάλα που θα προφύλασσε τις αρχαιότητες από την ατμοσφαιρική ρύπανση και την περαιτέρω φθορά, αλλά κατακρίθηκε ως υπερβολικό και μάλλον αντιαισθητικό, κάτι «που παρέπεμπε σε τυριέρα», όπως έγραφαν τότε οι εφημερίδες. Η όλη κατασκευή θα στηριζόταν σε μεταλλικό φέροντα οργανισμό. Η πρόβλεψη ήταν να κατασκευαστεί σε δύο χρόνια και θα κόστιζε 40 εκατ. δολ.
Το πρώτο στη Δήλο
Αν κι έχει πια ξεχαστεί, η μόδα των στεγάστρων για την προστασία των αρχαίων μνημείων που στις μέρες μας έχει πάρει διαστάσεις μεγάλων τεχνικών έργων, υψηλού κόστους (14 δισ. δρχ. κοστίζει της Σαντορίνης), πρωτολανσαρίστηκε στη Δήλο από τον Αναστάσιο Ορλάνδο. Για να προστατεύσει τα ψηφιδωτά των ελληνιστικών σπιτιών στη Συνοικία του Θεάτρου, ξανάφτιαξε ουσιαστικά τις στέγες τους υψώνοντας τους τοίχους που δεν σώζονταν. Ετσι, πέτυχε και την αναπαράσταση κάποιων σπιτιών για λόγους διδακτικούς, όπως είχε τότε ειπωθεί.
Από τότε, δοκιμάστηκαν πολλά υλικά με πρώτο και πλέον ασφαλές για το προστατευόμενο μνημείο, το ξύλο που έχει μεγάλη αντοχή, είναι ιδανικό για τα ξηρά κλίματα και όταν φθαρεί δεν απειλεί το προστατευόμενο αρχαίο. Χρησιμοποιείται για ελαφριές κατασκευές και από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα αυτού του είδους είναι η ξύλινη στέγαση της Παλαιοχριστιανικής Βασιλικής στο Κλαυσί Ευρυτανίας και του μινωικού ανακτόρου των Μαλίων.
Για ελαφριές κατασκευές έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη μέταλλο, δικτυώματα, γυαλί, πλεξιγκλάς, πολυκαρβουνικά φύλλα και ύφασμα, ενώ στις βαριές προκατασκευασμένο μπετόν και μεταλλικές κατασκευές με βαθιές θεμελιώσεις. Τα τσιμεντένια στέγαστρα δεν λειτούργησαν πάντα χωρίς επιπτώσεις στο προστατευόμενο μνημείο.
Κλασικό παράδειγμα ο μακεδονικός τάφος της Κρίσεως στα Λευκάδια που σκεπάστηκε το 1965-68 από ένα δωμάτιο από μπετόν ανοικτό στην πρόσοψη του τάφου, με αποτέλεσμα να φλέγεται το καλοκαίρι και να ψύχεται το χειμώνα. Εξαιτίας του καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό οι περίφημες τοιχογραφίες του τάφου.
Ο αρχαιολόγος Σπυρίδων Μαρινάτος όλες τις μεγάλες ανασκαφές του (Ακρωτήρι Σαντορίνης, μινωικό ανάκτορο της Πύλου, πρωτοελλαδικό νεκροταφείο στο Τσέπι του Μαραθώνα) τις στέγασε με τον ίδιο τρόπο. Με ντέξιον και ελενίτ από πάνω που ήταν μια λύση εύκολη και πρακτική. Τα ντέξιον βιδώνονταν σε δοκούς έδρασης και δοκούς στέγασης. Τα μεμονωμένα μέλη της κατασκευής ήταν ελαφριά και διαφανή (η στέγη έφερε κυματοειδή φύλλα πλεξιγκλάς).
Στις αρετές των στεγάστρων αυτών πιστώνεται το μεγάλο τους ύψος που έδινε την αίσθηση της ευρυχωρίας και πρόσφερε καλό φωτισμό και αερισμό. Το κακό ήταν πως δεν είχαν μεγάλη διάρκεια ζωής. Μέσα σε μία τριακονταετία το στέγαστρο της Σαντορίνης διαβρώθηκε σε μεγάλο βαθμό, τα φύλλα αμιαντοτσιμέντου (ελλενίτ) που έφερε θεωρούνται σήμερα ανθυγιεινά για χώρους όπου κυκλοφορούν χιλιάδες επισκέπτες (250.000 ετησίως). Επίσης είχε παρατηρηθεί ότι κατά τη διάρκεια των βροχοπτώσεων το νερό περνούσε από τα πλάγια και κατέστρεφε τις υποκείμενες αρχαιότητες.
Από ντέξιον και μπετόν
Μοναδικό δείγμα στεγάστρου από ντέξιον που έχει απομείνει είναι το ακόμη παλαιότερο (του 1960) του ανακτόρου της Πύλου (1.500 τ.μ.), το οποίο δεν είναι σύγχρονο, όμορφο ή πολυτελές, αλλά κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Προστατεύει επαρκώς τα αρχαία. Με ανάλογες ελαφριές σιδηροκατασκευές -όχι όμως ντέξιον- έχουν σκεπάσει και οι Ιταλοί τα μνημεία στην Πομπηία (Casa di Fabio Rufo της Insula 6), συνολικής έκτασης 600 τ.μ.
Ενα από τα επιτυχή παραδείγματα στέγασης αρχαίων στον ελληνικό χώρο θεωρείται η Τούμπα της Βεργίνας με τους βασιλικούς τάφους του Φιλίππου Β', που λειτουργεί σήμερα ως επιτόπιο μουσείο. Κατασκευάστηκε από προκατασκευασμένο μπετόν και έπειτα καλύφθηκε από χώμα δίνοντας την εικόνα του τύμβου που είχε και στην αρχαιότητα.
Ενα από τα πιο πολυσυζητημένα στέγαστρα -αν και πανάλαφρο- είναι το πάνινο που κάλυψε προσωρινά το 1987 τον ναό του Επικουρείου Απόλλωνα στις Βάσσες Φυγαλείας. Και τι δεν είχε ειπωθεί όταν τοποθετήθηκε για να προστατεύσει το ναό από τον καύσωνα του καλοκαιριού και το ψύχος του χειμώνα. Το παρομοίαζαν με τέντα τσίρκου, αλλά τελικά κατάφερε να παραμείνει 18 χρόνια, προστατεύοντας επαρκώς το μνημείο που αναστηλώνεται τα τελευταία χρόνια. Εχει κατασκευαστεί από συνθετικό ύφασμα, πολυεστέρα, PVC και έχει σταθεροποιηθεί με καλώδια.
Το πιο ενδιαφέρον διεθνώς, γιατί ήταν προϊόν βιοκλιματικού σχεδιασμού, ήταν δυστυχώς αυτό που έπεσε. Το νέο στέγαστρο που ετοιμαζόταν να παραδοθεί τον Μάιο του 2006 βασίζεται στη χρήση υλικών φιλικών προς τη φύση. Εγινε από μέταλλο (150.000 ράβδους ανοξείδωτου χάλυβα) αρθρωτούς, από ξύλο και στρωνόταν από πάνω (15 εκ.) με θηραϊκή γη, στην οποία είχε αρχίσει να φυτρώνει η τοπική αγριάδα. Η πρωτοποριακή αυτή κατασκευή με τον περιμετρικό χωμάτινο τοίχο και τους αεραγωγούς πρόσφερε φυσική διαχείριση του αέρα, κρατώντας τον δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα. Ο βιοκλιματικός σχεδιασμός του είναι καρπός βραβευμένου ερευνητικού προγράμματος ASPIRE (Archeological Sites Protection Implementing Renewable Energies), στο οποίο συμμετείχαν επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. Είναι κρίμα ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο, πλούσια μάλιστα προικοδοτημένο από κοινοτικά κονδύλια και εθνικούς πόρους, να γίνει η αφορμή για να δυσφημιστεί ο τόπος διεθνώς.
Ωστόσο, τα προστατευτικά στέγαστρα αρχαιολογικών χώρων και μνημείων έχουν μία ιστορία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό που αρχίζει από το 1906, όταν οι Γερμανοί για να προστατεύσουν τις ρωμαϊκές θέρμες (λουτρά) του Βάινσμπεργκ έφτιαξαν μια σταθερή κατασκευή με δικτυωτά υποστυλώματα, επικλινή τετράριχτη στέγη που στηριζόταν σε ξύλινα δοκάρια και ήταν στρωμένη με κεραμίδια. Ο χώρος που κάλυπτε έκταση 175 τ.μ. ήταν στα πλάγια ανοικτός. Παρόμοια στέγαστρα έγιναν έπειτα και στη Γαλλία.
Το μεγαλύτερο στέγαστρο μέχρι τώρα το είχαν φτιάξει οι Αυστριακοί στην Εφεσο για να στεγάσουν ένα τεράστιο ελληνιστικό σπίτι με ψηφιδωτά, μας είπε ο πρώην γενικός διευθυντής Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του ΥΠΠΟ Ιορδ. Δημακόπουλος. «Δεν συγκρίνεται όμως σε μέγεθος με της Σαντορίνης, που είναι 14.000 τ.μ.».
Ακόμη μεγαλύτερο ήταν εκείνο που σχεδιάστηκε μεν, αλλά δεν κατασκευάστηκε ποτέ για την Ακρόπολη των Αθηνών. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε το 1977 ομάδα ελβετών αρχιτεκτόνων. Ηταν ένας ελλειπτικός διάφανος θόλος συνολικού εμβαδού 40.000 τ.μ. που θα κάλυπτε όλα τα μνημεία του βράχου. Θα ήταν σαν μια γυάλα που θα προφύλασσε τις αρχαιότητες από την ατμοσφαιρική ρύπανση και την περαιτέρω φθορά, αλλά κατακρίθηκε ως υπερβολικό και μάλλον αντιαισθητικό, κάτι «που παρέπεμπε σε τυριέρα», όπως έγραφαν τότε οι εφημερίδες. Η όλη κατασκευή θα στηριζόταν σε μεταλλικό φέροντα οργανισμό. Η πρόβλεψη ήταν να κατασκευαστεί σε δύο χρόνια και θα κόστιζε 40 εκατ. δολ.
Το πρώτο στη Δήλο
Αν κι έχει πια ξεχαστεί, η μόδα των στεγάστρων για την προστασία των αρχαίων μνημείων που στις μέρες μας έχει πάρει διαστάσεις μεγάλων τεχνικών έργων, υψηλού κόστους (14 δισ. δρχ. κοστίζει της Σαντορίνης), πρωτολανσαρίστηκε στη Δήλο από τον Αναστάσιο Ορλάνδο. Για να προστατεύσει τα ψηφιδωτά των ελληνιστικών σπιτιών στη Συνοικία του Θεάτρου, ξανάφτιαξε ουσιαστικά τις στέγες τους υψώνοντας τους τοίχους που δεν σώζονταν. Ετσι, πέτυχε και την αναπαράσταση κάποιων σπιτιών για λόγους διδακτικούς, όπως είχε τότε ειπωθεί.
Από τότε, δοκιμάστηκαν πολλά υλικά με πρώτο και πλέον ασφαλές για το προστατευόμενο μνημείο, το ξύλο που έχει μεγάλη αντοχή, είναι ιδανικό για τα ξηρά κλίματα και όταν φθαρεί δεν απειλεί το προστατευόμενο αρχαίο. Χρησιμοποιείται για ελαφριές κατασκευές και από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα αυτού του είδους είναι η ξύλινη στέγαση της Παλαιοχριστιανικής Βασιλικής στο Κλαυσί Ευρυτανίας και του μινωικού ανακτόρου των Μαλίων.
Για ελαφριές κατασκευές έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη μέταλλο, δικτυώματα, γυαλί, πλεξιγκλάς, πολυκαρβουνικά φύλλα και ύφασμα, ενώ στις βαριές προκατασκευασμένο μπετόν και μεταλλικές κατασκευές με βαθιές θεμελιώσεις. Τα τσιμεντένια στέγαστρα δεν λειτούργησαν πάντα χωρίς επιπτώσεις στο προστατευόμενο μνημείο.
Κλασικό παράδειγμα ο μακεδονικός τάφος της Κρίσεως στα Λευκάδια που σκεπάστηκε το 1965-68 από ένα δωμάτιο από μπετόν ανοικτό στην πρόσοψη του τάφου, με αποτέλεσμα να φλέγεται το καλοκαίρι και να ψύχεται το χειμώνα. Εξαιτίας του καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό οι περίφημες τοιχογραφίες του τάφου.
Ο αρχαιολόγος Σπυρίδων Μαρινάτος όλες τις μεγάλες ανασκαφές του (Ακρωτήρι Σαντορίνης, μινωικό ανάκτορο της Πύλου, πρωτοελλαδικό νεκροταφείο στο Τσέπι του Μαραθώνα) τις στέγασε με τον ίδιο τρόπο. Με ντέξιον και ελενίτ από πάνω που ήταν μια λύση εύκολη και πρακτική. Τα ντέξιον βιδώνονταν σε δοκούς έδρασης και δοκούς στέγασης. Τα μεμονωμένα μέλη της κατασκευής ήταν ελαφριά και διαφανή (η στέγη έφερε κυματοειδή φύλλα πλεξιγκλάς).
Στις αρετές των στεγάστρων αυτών πιστώνεται το μεγάλο τους ύψος που έδινε την αίσθηση της ευρυχωρίας και πρόσφερε καλό φωτισμό και αερισμό. Το κακό ήταν πως δεν είχαν μεγάλη διάρκεια ζωής. Μέσα σε μία τριακονταετία το στέγαστρο της Σαντορίνης διαβρώθηκε σε μεγάλο βαθμό, τα φύλλα αμιαντοτσιμέντου (ελλενίτ) που έφερε θεωρούνται σήμερα ανθυγιεινά για χώρους όπου κυκλοφορούν χιλιάδες επισκέπτες (250.000 ετησίως). Επίσης είχε παρατηρηθεί ότι κατά τη διάρκεια των βροχοπτώσεων το νερό περνούσε από τα πλάγια και κατέστρεφε τις υποκείμενες αρχαιότητες.
Από ντέξιον και μπετόν
Μοναδικό δείγμα στεγάστρου από ντέξιον που έχει απομείνει είναι το ακόμη παλαιότερο (του 1960) του ανακτόρου της Πύλου (1.500 τ.μ.), το οποίο δεν είναι σύγχρονο, όμορφο ή πολυτελές, αλλά κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Προστατεύει επαρκώς τα αρχαία. Με ανάλογες ελαφριές σιδηροκατασκευές -όχι όμως ντέξιον- έχουν σκεπάσει και οι Ιταλοί τα μνημεία στην Πομπηία (Casa di Fabio Rufo της Insula 6), συνολικής έκτασης 600 τ.μ.
Ενα από τα επιτυχή παραδείγματα στέγασης αρχαίων στον ελληνικό χώρο θεωρείται η Τούμπα της Βεργίνας με τους βασιλικούς τάφους του Φιλίππου Β', που λειτουργεί σήμερα ως επιτόπιο μουσείο. Κατασκευάστηκε από προκατασκευασμένο μπετόν και έπειτα καλύφθηκε από χώμα δίνοντας την εικόνα του τύμβου που είχε και στην αρχαιότητα.
Ενα από τα πιο πολυσυζητημένα στέγαστρα -αν και πανάλαφρο- είναι το πάνινο που κάλυψε προσωρινά το 1987 τον ναό του Επικουρείου Απόλλωνα στις Βάσσες Φυγαλείας. Και τι δεν είχε ειπωθεί όταν τοποθετήθηκε για να προστατεύσει το ναό από τον καύσωνα του καλοκαιριού και το ψύχος του χειμώνα. Το παρομοίαζαν με τέντα τσίρκου, αλλά τελικά κατάφερε να παραμείνει 18 χρόνια, προστατεύοντας επαρκώς το μνημείο που αναστηλώνεται τα τελευταία χρόνια. Εχει κατασκευαστεί από συνθετικό ύφασμα, πολυεστέρα, PVC και έχει σταθεροποιηθεί με καλώδια.
Το πιο ενδιαφέρον διεθνώς, γιατί ήταν προϊόν βιοκλιματικού σχεδιασμού, ήταν δυστυχώς αυτό που έπεσε. Το νέο στέγαστρο που ετοιμαζόταν να παραδοθεί τον Μάιο του 2006 βασίζεται στη χρήση υλικών φιλικών προς τη φύση. Εγινε από μέταλλο (150.000 ράβδους ανοξείδωτου χάλυβα) αρθρωτούς, από ξύλο και στρωνόταν από πάνω (15 εκ.) με θηραϊκή γη, στην οποία είχε αρχίσει να φυτρώνει η τοπική αγριάδα. Η πρωτοποριακή αυτή κατασκευή με τον περιμετρικό χωμάτινο τοίχο και τους αεραγωγούς πρόσφερε φυσική διαχείριση του αέρα, κρατώντας τον δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα. Ο βιοκλιματικός σχεδιασμός του είναι καρπός βραβευμένου ερευνητικού προγράμματος ASPIRE (Archeological Sites Protection Implementing Renewable Energies), στο οποίο συμμετείχαν επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. Είναι κρίμα ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο, πλούσια μάλιστα προικοδοτημένο από κοινοτικά κονδύλια και εθνικούς πόρους, να γίνει η αφορμή για να δυσφημιστεί ο τόπος διεθνώς.
- Source: ELEFTHEROTIPIA
- Date of publication of article: 02/10/2005
- Author: Ν. Κοντράρου-Ρασσιά
- Link to the Eleftherotipia website: http://www.enet.gr
- Link to the present article: http://www.enet.gr/online/online_hprint.jsp?q=%C1%EA%F1%F9%F4%E7%F1%E9%2C+%F3%E1%ED%F4%EF%F1%E9%ED%E7&a=&id=2084488