«Το ζήτημα δεν είναι πολιτικό, είναι τεχνικό»
Source: Eleftherotipia - 27/09/2005
«Για όλα φταίει το γκαζόν», όπως λέει στην ταινία της η Ζοζιάν Μπαλασκό. Ισως να φταίει και η κατάρα του Ακρωτηρίου Θήρας, αφού στο σημείο όπου κατέρρευσε το στέγαστρο, στην Τριγωνική Πλατεία, άφησε την τελευταία του πνοή, τον Οκτώβριο του 1974, ο ανασκαφέας του προϊστορικού οικισμού Σπυρίδων Μαρινάτος.
Στην εκτίμηση αυτή κατέληξαν οι δημοσιογράφοι ύστερα απ' όσα άκουσαν να λέει ο υφυπουργός Πολιτισμού Π. Τατούλης, ο οποίος αποποιήθηκε των πολιτικών ευθυνών, λέγοντας πως «το ζήτημα δεν είναι πολιτικό, είναι τεχνικό». Εριξε την ευθύνη στον φορέα υλοποίησης του έργου, στην Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, η οποία χωρίς προηγούμενη εμπειρία σε τεχνικά έργα ανέλαβε τη διαχείρισή του ως ΝΠΙΔ, στην πρώην πολιτική ηγεσία που διάλεξε αυτό το μοντέλο διοίκησης και στην κατασκευάστρια εταιρεία.
Ηταν πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του ο κ. Τατούλης, γνωρίζοντας πολύ καλά την ευθύνη των χειρισμών του για τη λειτουργία του χώρου χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση του ΚΑΣ, όπως τον κατηγορεί ο Ευάγγελος Βενιζέλος κάνοντας λόγο για μη νόμιμη διαδικασία, μαζί με άλλους δέκα βουλευτές του ΠΑΣΟΚ (Α. Λοβέρδος, Ευαγγ. Σχοιναράκη-Ηλιάκη, Μαρία Δαμανάκη, Συλβάνα Ράπτη, Γ. Λιάνης, Χρ. Αηδόνης, Ανδρ. Φούρας, Αντζελα Γκερέκου, Χρύσα Μανωλιά, Ελένη Κούρκουλα), ζητώντας παράλληλα από τον πρωθυπουργό τούς λόγους που οδήγησαν την πολιτική ηγεσία «στην ανωτέρω έκνομη συμπεριφορά» και την κατάθεση όλων των σχετικών εγγράφων στη Βουλή των Ελλήνων.
Ο υφυπουργός ήταν εφοδιασμένος με κάποια έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν πως δεν ήταν ο μόνος που είχε ζητήσει να ανοίξει το Ακρωτήρι για το κοινό, από πιέσεις τοπικών παραγόντων και ταξιδιωτικών πρακτόρων, όπως φημολογείται (ο ίδιος δεν παραδέχθηκε πιέσεις). Παρουσίασε σημείωμα της τότε γεν. γραμματέως του ΥΠΠΟ Λίνας Μενδώνη, που ζητούσε το 2001 να συνεργαστούν η αρμόδια Εφορεία και ο ανασκαφέας Χρ. Ντούμας ώστε να βρεθούν όλοι οι δυνατοί τρόποι και «να παραμείνει ο χώρος ανοικτός», με το αιτιολογικό ότι «πρόκειται για έναν από τους πλέον πολυσύχναστους προορισμούς, ιδιαίτερα από επιβάτες κρουαζιερόπλοιων από το εξωτερικό. Το να κλείσει ο χώρος θα δημιουργήσει προβλήματα στον τουρισμό και τον ΕΟΤ».
Επιφυλάξεις
Αλλά τότε δεν υπήρχε ακόμη η ανωδομή του στεγάστρου για να υπάρχει κίνδυνος: είχαν ανοίξει οι τρύπες για τη θεμελίωση του έργου. Οταν άρχισε να κατασκευάζεται η ανωδομή, τον Νοέμβριο του 2003, αποφασίστηκε το κλείσιμο του χώρου για 3,5 μήνες με απόφαση του Ευ. Βενιζέλου, προκειμένου «να εντατικοποιηθούν οι εργασίες». Στα πρακτικά του ΚΑΣ, είπε ο κ. Τατούλης, «δεν εκφραζόταν ενδοιασμός ως προς την ασφάλεια των επισκεπτών. Διατυπωνόταν η εκτίμηση ότι, λόγω των έργων, δεν ήταν ελκυστικός ο χώρος».
Παραδέχθηκε όμως ότι την άνοιξη του 2004 ο χώρος άνοιξε, με δική του εντολή, έως και τον Σεπτέμβριο του 2004. Για εκείνη την περίοδο, «είχε διατυπώσει επιφυλάξεις ο Χρ. Ντούμας γιατί, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, είχε διακόψει ο εργολάβος τις εργασίες και δεν ήταν δικά του τα συνεργεία». Ο κ. Ντούμας συμφώνησε όμως να ανοίξει την επόμενη χρονιά (Απρίλιο-Σεπτέμβριο 2005), είπε ο υπουργός.
Επειδή όμως την τελική ευθύνη για τη λειτουργία κάθε αρχαιολογικού χώρου έχει η αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων, η έφορος Μαρίζα Μαρθάρη είχε πολλές φορές εκφράσει τις επιφυλάξεις της. Το τελευταίο έγγραφό της εστάλη στον υφυπουργό τον Μάρτιο του 2005, την ημέρα που ο κ. Τατούλης έδινε την εντολή να ανοίξει ο χώρος: όταν το έλαβε, είπε πως το διαβίβασε στους αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες, οι οποίοι αποφάνθηκαν ότι την ευθύνη της ασφάλειας επισκεπτών έχει, σύμφωνα με συμβατική της υποχρέωση, η κατασκευάστρια εταιρεία. Συγκεκριμένα, η κ. Μαρθάρη έγραφε ότι «η ταυτόχρονη λειτουργία του χώρου και του εργοταξίου εμπερικλείει κινδύνους για την ασφάλεια των επισκεπτών. Ηδη υπήρξαν περιστατικά όπου μεμονωμένοι τουρίστες ή ομάδες τουριστών κινδύνεψαν από πτώση βαρέων αντικειμένων από την οροφή». Μετά την αυτοψία και σύσκεψη που ακολούθησε από εκπροσώπους του ΥΠΠΟ (Λ. Κολώνα, Βασ. Χάνδακα), της Αρχαιολογικής Εταιρείας και της κοινοπραξίας, της δόθηκαν προφορικές διαβεβαιώσεις ότι δεν θα ευθύνεται εκείνη για τυχόν ατύχημα. Ετσι, άνοιξε ο χώρος. «Αλλά κανείς δεν φοβόταν μήπως πέσει η στέγη. Οι επιφυλάξεις αφορούσαν τυχόν πτώσεις εργαλείων από το πατάρι εργασίας», είπε ο υφυπουργός.
Απάντηση Βενιζέλου
Ο κ. Τατούλης αναφέρθηκε επίσης στην αστοχία του προϋπολογισμού, «που αρχικά ήταν 7 δισ. δρχ., αλλά τώρα πλησιάζει τα 14 δισ. δρχ.» και κατηγόρησε την προηγούμενη πολιτική ηγεσία ότι «πολύ ερασιτεχνικά και επιπόλαια χειριζόταν ένα τέτοιο μεγάλο έργο». Ως προς την ανάθεση του έργου στην Αρχαιολογική Εταιρεία, ο Ευ. Βενιζέλος στη δυναμική απάντησή του θυμίζει ότι όλα τα μεγάλα έργα πολιτισμού προωθούνται εδώ και χρόνια από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, που δεν έχουν μεν δημόσια τεχνική υπηρεσία, αλλά διαθέτουν σοβαρούς και αξιόπιστους μηχανισμούς παρακολούθησης των τεχνικών εργασιών, όπως συνέβη με τα Μέγαρα Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, με το Μουσείο της Ακρόπολης, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης κ.ο.κ.».
Οι δημοσιογράφοι όμως έθεσαν στον κ. Τατούλη το εύλογο ερώτημα: «Εδώ έχουμε ένα μείζον δημόσιο έργο σε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς μας χώρους, με χιλιάδες επισκέπτες απ' όλον τον κόσμο. Ποιος ήλεγχε τις τυχόν αστοχίες του έργου από την πλευρά του κράτους και ποιος θα το παρελάμβανε όταν θα ολοκληρωνόταν, τον Μάιο του 2006;»
«Αυτό θα γινόταν από το ΥΠΠΟ με μια απλή διοικητική πράξη, γιατί την ευθύνη έχει ο φορέας υλοποίησης του έργου: η Αρχαιολογική Εταιρεία», είπε.
«Ποιος ευθύνεται για τον έλεγχο των τυχόν κατασκευαστικών αστοχιών;» ρωτήσαμε αργότερα τον Ν. Φιντικάκη. Τον βρήκαμε στη Σαντορίνη, έξω από τον χώρο, με τον Χρ. Ντούμα και τον καθηγητή - πολιτικό μηχανικό Ν. Παπαντωνίου, αναμένοντες την άδεια του εισαγγελέα για να τους επιτραπεί να μπουν και να δουν τις ζημιές. Την ευθύνη αυτή έχουν οι εταιρείες Ευθύνη, Ερευνα ΕΠΕ, Ελληνοτεχνική Α.Ε., Τάλως Μελετητική Α.Ε., όπως μας εξήγησε. Και πρόσθεσε: «Τώρα εμείς καθόμαστε απ' έξω και περιμένουμε την απόφαση του εισαγγελέα, ευχόμενοι να μη βρέξει. Ισως να μην έχει γίνει κατανοητό ότι ο χώρος τώρα κινδυνεύει».
Το μεσημέρι, όταν ο υφυπουργός ρωτήθηκε για τα μέτρα προστασίας που σκοπεύει να λάβει για τις αρχαιότητες μετά την καταστροφή του στεγάστρου, δεν είχε να πει τίποτα το συγκεκριμένο. «Θα ληφθούν άμεσα μέτρα», είπε και επανέλαβε τη συγκρότηση επιτροπής για τη διερεύνηση των αιτίων πτώσης τμήματος της στέγης.
Οσο για την εκτίμηση των αρχαιολόγων ότι δεν υπάρχουν ζημιές στις αρχαιότητες, ουδόλως τη συμμερίστηκε, αφού κανείς δεν του εισηγήθηκε κάτι περί αυτού. Οι αρχαιολόγοι έκαναν ένα μακροσκοπικό έλεγχο του χώρου πτώσης, αφού μετά το συμβάν δεν επετράπη σε κανέναν η είσοδος.
Αναπάντητα ερωτήματα
Στο μεγάλο ερώτημα για το τι συνέβη και έπεσε τμήμα της στέγης με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, ο κ. Φιντικάκης δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, «αφού δεν έχω δει ούτε μία ράβδο, πού και πώς έχει σπάσει, αν και δεν είναι δική μου δουλειά ως αρχιτέκτονα, αλλά έχω τεχνικούς συμβούλους, και από τους πλέον επιφανείς του χώρου». Απαντώντας σε πολλά ανεύθυνα που ελέχθησαν περί του υπεδάφους, «θέλω να σας πω ότι έχει γίνει αξονική τομογραφία εδάφους με ηχόφωνα στα 95 φρέατα θεμελίωσης της κατασκευής, από τους καθηγητές τού Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Μακρόπουλο και Ι. Λούη, και απεδείχθη ότι δεν επρόκειτο περί ρηγμάτων αλλά περί τάφων. Ο Χρ. Ντούμας κατέβηκε σε βάθος 30 μ. κατά την κατασκευή των φρεατοπασσάλων και διαπίστωσε ότι ήταν ταφικοί θόλοι. Κατά την ανασκαφή βρήκε οργανικά στοιχεία. Επίσης, τα εφέδρανα για την αντισεισμική προστασία του κτιρίου πέρασαν από την αντισεισμική τράπεζα του ΕΜΠ και τον έλεγχο των καθηγητών Παν. Καρύδη και Γ. Σταυρακάκη».
Τον έλεγχο της συμπεριφοράς του οικοδομήματος και τις εγγυήσεις επ' αυτού για τα δύο επόμενα χρόνια (2006-2008) έχει, σύμφωνα με τη σύμβαση, η κατασκευαστική εταιρεία, όπως επίσης και την ευθύνη συντήρησής του για ένα χρόνο (2006-2007).
Ο κ. Φιντικάκης ενεργεί ως εκπρόσωπος του ελέγχου διοίκησης του έργου για λογαριασμό της Αρχαιολογικής Εταιρείας (με αναπληρωτή τον Ν. Πανδή). Λειτουργούσε ως τεχνική υπηρεσία ενός υπουργείου, είχε δηλαδή την ευθύνη ελέγχου της προόδου των εργασιών για την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων και όχι την ευθύνη κατασκευής του, την οποία είχε η κατασκευάστρια εταιρεία (Κ/Ξ ΑΒΑΞ Α.Ε., ΑΤΕ ΓΝΩΜΩΝ A.E.IMPREGILO SpA).
Ηταν πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του ο κ. Τατούλης, γνωρίζοντας πολύ καλά την ευθύνη των χειρισμών του για τη λειτουργία του χώρου χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση του ΚΑΣ, όπως τον κατηγορεί ο Ευάγγελος Βενιζέλος κάνοντας λόγο για μη νόμιμη διαδικασία, μαζί με άλλους δέκα βουλευτές του ΠΑΣΟΚ (Α. Λοβέρδος, Ευαγγ. Σχοιναράκη-Ηλιάκη, Μαρία Δαμανάκη, Συλβάνα Ράπτη, Γ. Λιάνης, Χρ. Αηδόνης, Ανδρ. Φούρας, Αντζελα Γκερέκου, Χρύσα Μανωλιά, Ελένη Κούρκουλα), ζητώντας παράλληλα από τον πρωθυπουργό τούς λόγους που οδήγησαν την πολιτική ηγεσία «στην ανωτέρω έκνομη συμπεριφορά» και την κατάθεση όλων των σχετικών εγγράφων στη Βουλή των Ελλήνων.
Ο υφυπουργός ήταν εφοδιασμένος με κάποια έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν πως δεν ήταν ο μόνος που είχε ζητήσει να ανοίξει το Ακρωτήρι για το κοινό, από πιέσεις τοπικών παραγόντων και ταξιδιωτικών πρακτόρων, όπως φημολογείται (ο ίδιος δεν παραδέχθηκε πιέσεις). Παρουσίασε σημείωμα της τότε γεν. γραμματέως του ΥΠΠΟ Λίνας Μενδώνη, που ζητούσε το 2001 να συνεργαστούν η αρμόδια Εφορεία και ο ανασκαφέας Χρ. Ντούμας ώστε να βρεθούν όλοι οι δυνατοί τρόποι και «να παραμείνει ο χώρος ανοικτός», με το αιτιολογικό ότι «πρόκειται για έναν από τους πλέον πολυσύχναστους προορισμούς, ιδιαίτερα από επιβάτες κρουαζιερόπλοιων από το εξωτερικό. Το να κλείσει ο χώρος θα δημιουργήσει προβλήματα στον τουρισμό και τον ΕΟΤ».
Επιφυλάξεις
Αλλά τότε δεν υπήρχε ακόμη η ανωδομή του στεγάστρου για να υπάρχει κίνδυνος: είχαν ανοίξει οι τρύπες για τη θεμελίωση του έργου. Οταν άρχισε να κατασκευάζεται η ανωδομή, τον Νοέμβριο του 2003, αποφασίστηκε το κλείσιμο του χώρου για 3,5 μήνες με απόφαση του Ευ. Βενιζέλου, προκειμένου «να εντατικοποιηθούν οι εργασίες». Στα πρακτικά του ΚΑΣ, είπε ο κ. Τατούλης, «δεν εκφραζόταν ενδοιασμός ως προς την ασφάλεια των επισκεπτών. Διατυπωνόταν η εκτίμηση ότι, λόγω των έργων, δεν ήταν ελκυστικός ο χώρος».
Παραδέχθηκε όμως ότι την άνοιξη του 2004 ο χώρος άνοιξε, με δική του εντολή, έως και τον Σεπτέμβριο του 2004. Για εκείνη την περίοδο, «είχε διατυπώσει επιφυλάξεις ο Χρ. Ντούμας γιατί, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, είχε διακόψει ο εργολάβος τις εργασίες και δεν ήταν δικά του τα συνεργεία». Ο κ. Ντούμας συμφώνησε όμως να ανοίξει την επόμενη χρονιά (Απρίλιο-Σεπτέμβριο 2005), είπε ο υπουργός.
Επειδή όμως την τελική ευθύνη για τη λειτουργία κάθε αρχαιολογικού χώρου έχει η αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων, η έφορος Μαρίζα Μαρθάρη είχε πολλές φορές εκφράσει τις επιφυλάξεις της. Το τελευταίο έγγραφό της εστάλη στον υφυπουργό τον Μάρτιο του 2005, την ημέρα που ο κ. Τατούλης έδινε την εντολή να ανοίξει ο χώρος: όταν το έλαβε, είπε πως το διαβίβασε στους αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες, οι οποίοι αποφάνθηκαν ότι την ευθύνη της ασφάλειας επισκεπτών έχει, σύμφωνα με συμβατική της υποχρέωση, η κατασκευάστρια εταιρεία. Συγκεκριμένα, η κ. Μαρθάρη έγραφε ότι «η ταυτόχρονη λειτουργία του χώρου και του εργοταξίου εμπερικλείει κινδύνους για την ασφάλεια των επισκεπτών. Ηδη υπήρξαν περιστατικά όπου μεμονωμένοι τουρίστες ή ομάδες τουριστών κινδύνεψαν από πτώση βαρέων αντικειμένων από την οροφή». Μετά την αυτοψία και σύσκεψη που ακολούθησε από εκπροσώπους του ΥΠΠΟ (Λ. Κολώνα, Βασ. Χάνδακα), της Αρχαιολογικής Εταιρείας και της κοινοπραξίας, της δόθηκαν προφορικές διαβεβαιώσεις ότι δεν θα ευθύνεται εκείνη για τυχόν ατύχημα. Ετσι, άνοιξε ο χώρος. «Αλλά κανείς δεν φοβόταν μήπως πέσει η στέγη. Οι επιφυλάξεις αφορούσαν τυχόν πτώσεις εργαλείων από το πατάρι εργασίας», είπε ο υφυπουργός.
Απάντηση Βενιζέλου
Ο κ. Τατούλης αναφέρθηκε επίσης στην αστοχία του προϋπολογισμού, «που αρχικά ήταν 7 δισ. δρχ., αλλά τώρα πλησιάζει τα 14 δισ. δρχ.» και κατηγόρησε την προηγούμενη πολιτική ηγεσία ότι «πολύ ερασιτεχνικά και επιπόλαια χειριζόταν ένα τέτοιο μεγάλο έργο». Ως προς την ανάθεση του έργου στην Αρχαιολογική Εταιρεία, ο Ευ. Βενιζέλος στη δυναμική απάντησή του θυμίζει ότι όλα τα μεγάλα έργα πολιτισμού προωθούνται εδώ και χρόνια από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, που δεν έχουν μεν δημόσια τεχνική υπηρεσία, αλλά διαθέτουν σοβαρούς και αξιόπιστους μηχανισμούς παρακολούθησης των τεχνικών εργασιών, όπως συνέβη με τα Μέγαρα Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, με το Μουσείο της Ακρόπολης, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης κ.ο.κ.».
Οι δημοσιογράφοι όμως έθεσαν στον κ. Τατούλη το εύλογο ερώτημα: «Εδώ έχουμε ένα μείζον δημόσιο έργο σε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς μας χώρους, με χιλιάδες επισκέπτες απ' όλον τον κόσμο. Ποιος ήλεγχε τις τυχόν αστοχίες του έργου από την πλευρά του κράτους και ποιος θα το παρελάμβανε όταν θα ολοκληρωνόταν, τον Μάιο του 2006;»
«Αυτό θα γινόταν από το ΥΠΠΟ με μια απλή διοικητική πράξη, γιατί την ευθύνη έχει ο φορέας υλοποίησης του έργου: η Αρχαιολογική Εταιρεία», είπε.
«Ποιος ευθύνεται για τον έλεγχο των τυχόν κατασκευαστικών αστοχιών;» ρωτήσαμε αργότερα τον Ν. Φιντικάκη. Τον βρήκαμε στη Σαντορίνη, έξω από τον χώρο, με τον Χρ. Ντούμα και τον καθηγητή - πολιτικό μηχανικό Ν. Παπαντωνίου, αναμένοντες την άδεια του εισαγγελέα για να τους επιτραπεί να μπουν και να δουν τις ζημιές. Την ευθύνη αυτή έχουν οι εταιρείες Ευθύνη, Ερευνα ΕΠΕ, Ελληνοτεχνική Α.Ε., Τάλως Μελετητική Α.Ε., όπως μας εξήγησε. Και πρόσθεσε: «Τώρα εμείς καθόμαστε απ' έξω και περιμένουμε την απόφαση του εισαγγελέα, ευχόμενοι να μη βρέξει. Ισως να μην έχει γίνει κατανοητό ότι ο χώρος τώρα κινδυνεύει».
Το μεσημέρι, όταν ο υφυπουργός ρωτήθηκε για τα μέτρα προστασίας που σκοπεύει να λάβει για τις αρχαιότητες μετά την καταστροφή του στεγάστρου, δεν είχε να πει τίποτα το συγκεκριμένο. «Θα ληφθούν άμεσα μέτρα», είπε και επανέλαβε τη συγκρότηση επιτροπής για τη διερεύνηση των αιτίων πτώσης τμήματος της στέγης.
Οσο για την εκτίμηση των αρχαιολόγων ότι δεν υπάρχουν ζημιές στις αρχαιότητες, ουδόλως τη συμμερίστηκε, αφού κανείς δεν του εισηγήθηκε κάτι περί αυτού. Οι αρχαιολόγοι έκαναν ένα μακροσκοπικό έλεγχο του χώρου πτώσης, αφού μετά το συμβάν δεν επετράπη σε κανέναν η είσοδος.
Αναπάντητα ερωτήματα
Στο μεγάλο ερώτημα για το τι συνέβη και έπεσε τμήμα της στέγης με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, ο κ. Φιντικάκης δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, «αφού δεν έχω δει ούτε μία ράβδο, πού και πώς έχει σπάσει, αν και δεν είναι δική μου δουλειά ως αρχιτέκτονα, αλλά έχω τεχνικούς συμβούλους, και από τους πλέον επιφανείς του χώρου». Απαντώντας σε πολλά ανεύθυνα που ελέχθησαν περί του υπεδάφους, «θέλω να σας πω ότι έχει γίνει αξονική τομογραφία εδάφους με ηχόφωνα στα 95 φρέατα θεμελίωσης της κατασκευής, από τους καθηγητές τού Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Μακρόπουλο και Ι. Λούη, και απεδείχθη ότι δεν επρόκειτο περί ρηγμάτων αλλά περί τάφων. Ο Χρ. Ντούμας κατέβηκε σε βάθος 30 μ. κατά την κατασκευή των φρεατοπασσάλων και διαπίστωσε ότι ήταν ταφικοί θόλοι. Κατά την ανασκαφή βρήκε οργανικά στοιχεία. Επίσης, τα εφέδρανα για την αντισεισμική προστασία του κτιρίου πέρασαν από την αντισεισμική τράπεζα του ΕΜΠ και τον έλεγχο των καθηγητών Παν. Καρύδη και Γ. Σταυρακάκη».
Τον έλεγχο της συμπεριφοράς του οικοδομήματος και τις εγγυήσεις επ' αυτού για τα δύο επόμενα χρόνια (2006-2008) έχει, σύμφωνα με τη σύμβαση, η κατασκευαστική εταιρεία, όπως επίσης και την ευθύνη συντήρησής του για ένα χρόνο (2006-2007).
Ο κ. Φιντικάκης ενεργεί ως εκπρόσωπος του ελέγχου διοίκησης του έργου για λογαριασμό της Αρχαιολογικής Εταιρείας (με αναπληρωτή τον Ν. Πανδή). Λειτουργούσε ως τεχνική υπηρεσία ενός υπουργείου, είχε δηλαδή την ευθύνη ελέγχου της προόδου των εργασιών για την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων και όχι την ευθύνη κατασκευής του, την οποία είχε η κατασκευάστρια εταιρεία (Κ/Ξ ΑΒΑΞ Α.Ε., ΑΤΕ ΓΝΩΜΩΝ A.E.IMPREGILO SpA).
- Source: ELEFTHEROTIPIA
- Date of publication of article: 27/09/2005
- Author: Ν. Κοντράρου-Ρασσιά
- Link to the Eleftherotipia website: http://www.enet.gr
- Link to the present article: http://www.enet.gr/online/online_hprint.jsp?q=%E1%EA%F1%F9%F4%E7%F1%E9%2C+%F3%E1%ED%F4%EF%F1%E9%ED%E7&a=&id=18143480